εντολή


εντολή
η
1) поручение; миссия;

δίδω ( — или παρέχω) εντολή σε κάποιον — давать кому-л. поручение;

αναθέτω σε κάποιον εντολή — возлагать на кого-л. миссию, дать кому-л. полномочия;

με εντολή μου — по моему поручению;

2) приказ, распоряжение; директива, предписание; указание;

κατ' εντολήν ( — или απ' εντολής) — по приказу, по распоряжению, по указанию;

3) наказ;

η εντολή των εκλογέων — наказ избирателей;

εκτελώ την εντολή τού πατέρα — выполнить отцовский наказ;

4) мандат;
5) завет, заповедь; 6) опека (в международном праве)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Смотреть что такое "εντολή" в других словарях:

  • εντολή — η заповедь, завет; ΦΡ. Δέκα Εντολές οι Десять Заповедей – закон, данный Богом Израильтянам в лице Моисея на горе Синай. Содержится в Ветхом Завете в книгах Исход и Второзаконие (5, 6 21) Этим. дргр. < εντέλλω «предлагать, приказывать»* …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἐντολή — injunction fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εντολή — η 1. προσταγή, διαταγή, παραγγελία. 2. (εκκλησ.), η παραγγελία από το Θεό: Οι δέκα εντολές. 3. εξουσιοδότηση, πληρεξουσιότητα, δικαιοδοσία: Υπογράφει τα έγγραφα με εντολή του νομάρχη. 4. (νομ.), σύμβαση, με την οποία ο εντολοδόχος υποχρεώνεται να …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εντολή — Σύμβαση, που ρυθμίζει κυρίως ο Αστικός Κώδικας αλλά αναπτύσσεται ιδιότυπα στο εμπορικό δίκαιο (εμπορικός αντιπρόσωπος). Ο χαρακτήρας της είναι προσωπικός και εμπιστευτικός. Ο εντολοδόχος υποχρεώνεται να διεξάγει την υπόθεση που του αναθέτει ο… …   Dictionary of Greek

  • ἐντολῇ — ἐντολῆι , ἐντολεύς agent masc dat sg (epic ionic) ἐντολή injunction fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εντολή — [эндоли] ουσ. Θ. поручение, приказ, директива …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαταγή — Εντολή, προσταγή· επίσης το έγγραφο στο οποίο αναγράφεται η διαταγή. δ. πληρωμής (Νομ.). Όταν πρόκειται για χρηματικές απαιτήσεις που αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, μπορεί να ζητηθεί από τον δικαστή η έκδοση δ. πληρωμής με… …   Dictionary of Greek

  • ἐντολαῖς — ἐντολή injunction fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐντολαί — ἐντολή injunction fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐντολήν — ἐντολή injunction fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐντολῶν — ἐντολή injunction fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)